Η ημερομηνία λήξης των φαρμάκων αποτελεί θεμελιώδη ρυθμιστική παράμετρο, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διασφάλιση της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς τους. Ωστόσο, συχνά παρερμηνεύεται ως ένα απόλυτο χρονικό όριο, πέρα από το οποίο το φαρμακευτικό προϊόν καθίσταται αυτομάτως επικίνδυνο ή μη αποτελεσματικό.
Στην πραγματικότητα, η ημερομηνία λήξης ενός φαρμακευτικού προϊόντος αντιστοιχεί στο χρονικό σημείο έως το οποίο ο κατασκευαστής εγγυάται, βάσει μελετών σταθερότητας, ότι το προϊόν παραμένει εντός των εγκεκριμένων προδιαγραφών ποιότητας. Οι προδιαγραφές αυτές καθορίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του ICH και τις φαρμακοποιίες (USP, Ph. Eur.) [1].
Ο προσδιορισμός της ημερομηνίας λήξης βασίζεται σε δεδομένα μακροχρόνιων και επιταχυνόμενων μελετών σταθερότητας, με τη διάρκεια ζωής των περισσότερων φαρμάκων να κυμαίνεται μεταξύ 1 και 5 ετών [2]. Στην πράξη, οι ημερομηνίες λήξης είναι συχνά συντηρητικές, καθώς αντικατοπτρίζουν το χρονικό διάστημα για το οποίο υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα κατά τον χρόνο έγκρισης και όχι κατ’ ανάγκην το ακριβές σημείο στο οποίο το προϊόν καθίσταται αναποτελεσματικό.
Η πιθανότητα τα φάρμακα να διατηρούν τη δραστικότητά τους μετά την αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης διερεύνησης, ιδίως στο πλαίσιο της ανάγκης για ορθολογική διαχείριση αποθεμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα Shelf-Life Extension Program (SLEP) στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο οποίο αξιολογήθηκαν 3005 παρτίδες που αντιστοιχούσαν σε 122 διαφορετικά φαρμακευτικά προϊόντα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 88% των παρτίδων παρέμεινε εντός των αποδεκτών προδιαγραφών για τουλάχιστον ένα έτος μετά την ημερομηνία λήξης, ενώ η μέση παράταση της σταθερότητας ανήλθε σε 66 μήνες (5,5 έτη) [3]. Παράλληλα, το πρόγραμμα κατέδειξε σημαντικό οικονομικό όφελος, με εξοικονόμηση που υπολογίστηκε περίπου στα 94 δολάρια για κάθε 1 δολάριο που δαπανήθηκε [4]. Αντίστοιχο πρόγραμμα δεν υφίσταται επί του παρόντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα ευρήματα αυτά ενισχύονται και από μελέτες που εξέτασαν φαρμακευτικά προϊόντα πολύ πέραν της ημερομηνίας λήξης τους. Σε ανάλυση σκευασμάτων που είχαν λήξει από 28 έως και 40 έτη και είχαν διατηρηθεί στην αρχική τους, σφραγισμένη συσκευασία, διαπιστώθηκε ότι το 86% των δραστικών ουσιών (12 από τις 14) διατηρούσε συγκέντρωση τουλάχιστον 90% της αναγραφόμενης τιμής [5]. Τα δεδομένα της παραπάνω μελέτης όσον αφορά την ασπιρίνη είναι αντικρουόμενα, καθώς μία συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που εξέτασε τη χρήση ληγμένων φαρμάκων σε επείγουσες καταστάσεις, έδειξε ότι η ασπιρίνη ήταν σταθερή ακόμα και για 40 χρόνια μετά την ημερομηνία λήξης. Η ίδια μελέτη έδειξε ότι αυτό-ενέσιμα διαλύματα επινεφρίνης (epinephrine auto-injectors) μπορούν να διατηρήσουν αποδεκτή δραστικότητα για τουλάχιστον 24 έως 36 μήνες μετά τη λήξη, αν και παρατηρείται σταδιακή μείωση της ισχύος με την πάροδο του χρόνου [6].
Μια συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας επιβεβαιώνει ότι, για μεγάλο αριθμό φαρμάκων, η πραγματική διάρκεια ζωής υπερβαίνει σημαντικά τα 5 έτη, ιδίως όταν πρόκειται για στερεές φαρμακοτεχνικές μορφές με ελεγχόμενες συνθήκες αποθήκευσης [7]. Ωστόσο, τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στις συνθήκες οικιακής αποθήκευσης, όπου η έκθεση σε υγρασία, φως και θερμοκρασιακές διακυμάνσεις είναι συχνά απρόβλεπτη.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ανάλογα με τη φαρμακοτεχνική μορφή. Τα υγρά σκευάσματα, τα εναιωρήματα και τα στείρα προϊόντα εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης και φυσικοχημικής αστάθειας μετά το άνοιγμα ή την πάροδο της ημερομηνίας λήξης. Επιπλέον, τα βιολογικά φάρμακα, όπως η ινσουλίνη και τα εμβόλια, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε θερμοκρασιακές μεταβολές και δεν διατηρούν τη δομική τους ακεραιότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός των προβλεπόμενων συνθηκών αποθήκευσης. Όσον αφορά τα αντιβιοτικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι αρκετά στερεά σκευάσματα μπορεί να διατηρούν ικανοποιητική σταθερότητα και πέραν της ημερομηνίας λήξης, υπό κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης [8].
Η τοξικότητα από ληγμένα φαρμακευτικά προϊόντα φαίνεται να αποτελεί σπάνιο φαινόμενο. Η κύρια τεκμηριωμένη εξαίρεση αφορά την τετρακυκλίνη, η οποία σε παλαιότερες αναφορές συνδέθηκε με την εμφάνιση αναστρέψιμης νεφρικής δυσλειτουργίας (σύνδρομο Fanconi) λόγω προϊόντων αποικοδόμησης [9]. Το φαινόμενο αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί για νεότερα αντιβιοτικά της ίδιας κατηγορίας, όπως η δοξυκυκλίνη και η μινοκυκλίνη.
Συνοψίζοντας, το βασικό ζήτημα που σχετίζεται με τη χρήση ληγμένων φαρμάκων δεν είναι η τοξικότητα, αλλά η πιθανή μείωση της δραστικότητάς τους. Σε περιπτώσεις όπου απαιτείται ακριβής δοσολογία, όπως στη χορήγηση αντιβιοτικών, αντιπηκτικών ή άλλων φαρμάκων κρίσιμης σημασίας, η χρήση ληγμένων σκευασμάτων δεν συνιστάται. Ωστόσο, σε επείγουσες καταστάσεις όπου δεν υπάρχει διαθέσιμη εναλλακτική, η χρήση ενός ληγμένου φαρμάκου ενδέχεται να είναι προτιμότερη από τη μη χορήγηση θεραπείας (π.χ. ενέσιμη επινεφρίνη). Ιδιαίτερα για τα στερεά φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν διατηρηθεί στην αρχική τους συσκευασία και υπό κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης, η πιθανότητα διατήρησης της δραστικότητας εντός ενός έτους μετά την ημερομηνία λήξης είναι υψηλή, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η σταθερότητα μπορεί να παρατείνεται σημαντικά. Αντίθετα, τα υγρά και τα εισπνεόμενα σκευάσματα είναι σαφώς πιο ευάλωτα και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη τους.
Μείνετε ενημερωμένοι και να θυμάστε: Η χρήση ληγμένων φαρμάκων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με απόλυτους όρους, αλλά απαιτεί αξιολόγηση κατά περίπτωση, με γνώμονα τη φαρμακοτεχνική μορφή, τις συνθήκες αποθήκευσης και την κλινική ανάγκη.
Τεκμηρίωση
Πηγές και σύνδεσμοι
- International Conference on Harmonisation (ICH), Guideline on Stability Testing of New Drug Substances and Products Q1A(R2), 2003 (Accessed 20 December 2018).
- PMID: 347049
- PMID: 16721796
- PMID: 19379109
- PMID: 23045150
- PMID: 41142213
- PMID: 30660807
- PMID: 38786194
- PMID: 5547594

